Ιδρυτική Διακήρυξη της Αριστερής Ανατρεπτικής Παρέμβασης Κερατσινίου-Δραπετσώνας «Εκτός Πλαισίου»

Βρισκόμαστε σε εκείνη την χρονική περίοδο, που ο κόσμος έτσι όπως τον γνωρίζαμε, συνεχίζει να εξελίσσεται σε μία διαρκή και αδιάκοπη αντιδραστική μεταβολή. Από την Αθήνα μέχρι το Παρίσι και από την Ουκρανία, μέχρι τη Βενεζουέλα ο κόσμος ταλαντεύεται σε ένα παγκόσμιο εκκρεμές, στον τόνο της πάλης των λαών ενάντια στη φτώχεια και την περιθωριοποίηση, στον αγώνα για ζωή, ψωμί και ελευθερία. Οι πόλεμοι, η πείνα, η φτώχεια, η βίαιη μετανάστευση, η περιθωριοποίηση μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας, η περιβαλλοντική και οικολογική καταστροφή του πλανήτη, συνυπάρχουν με την ιλιγγιώδη αύξηση του παγκόσμιου πλούτου και τη συγκέντρωσή του σε όλο και λιγότερα χέρια, τη ραγδαία επιστημονική πρόοδο, την αλματώδη ανάπτυξη της τεχνολογίας, τις ανακαλύψεις και καινοτομίες που μπορούν να βελτιώσουν τη ζωή των ανθρώπων. Μπορούμε να ζούμε καλύτερα και περισσότερο, να εργαζόμαστε λιγότερο, να έχουμε μόρφωση ολοκληρωμένη και ουσιαστική, να ψυχαγωγούμαστε και να καλλιεργούμε κλίσεις και ενδιαφέροντα, σε περισσότερο και ποιοτικότερο χρόνο.

“Ποτέ άλλοτε στην ανθρώπινη ιστορία η αντίθεση ανάμεσα στη δυνατότητα της βελτίωσης της ζωής των ανθρώπων και του περιβάλλοντος που ζουν, με την πραγματικότητα της καθολικής χειροτέρευσής τους στα πλαίσια των σύγχρονων κοινωνιών, δεν ήταν τόσο ισχυρή.”

Η διαδικασία, η εξέλιξη και η έκβαση στη σύγκρουση αυτή καθώς και η πάλη που ενσωματώνει ανάμεσα στις δυνάμεις της εργασίας και του κεφαλαίου, δεν θα προσδιορίσει μόνο τον τρόπο με τον οποίο θα ζούμε στα επόμενα χρόνια, αλλά θα καθορίσει, το μέλλον της ανθρωπότητας στο σύνολό της.

Η χειραφέτηση της κοινωνικής πλειοψηφίας απέναντι και ενάντια στις κυρίαρχες τάξεις είναι και αναγκαία και δυνατή. Οι κορυφαίες μάχες που δόθηκαν την περίοδο 2010-2014 ενάντια στα μνημόνια, έδειξαν τόσο τη δυνατότητα που έχει η κοινωνική πλειοψηφία να καθορίζει τις εξελίξεις, όσο και τον δρόμο που πρέπει να διανυθεί μέχρι αυτή η πλειοψηφία να συγκροτηθεί ώς υποκείμενο ανατροπής.

Η παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού με το μοντέλο του κοινωνικού ρεβανσισμού που χαρακτηρίζει την πολιτική των κυρίαρχων τάξεων σε ολόκληρο τον κόσμο αφήνει το αποτύπωμά της στις οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα τα τελευταία τουλάχιστον χρόνια. Η Ε.Ε παραμένει το στρατηγείο των πιο αντιδραστικών, φιλοπόλεμων και αντιδημοκρατικών συμφερόντων, αντίθετων και εχθρικών στους λαούς της Ευρώπης. Η πολιτική και οικονομική διατήρηση και επέκταση της δύναμης και της παγκόσμιας επιρροής που στοχεύει, ενώνει τις κυρίαρχες τάξεις της, απέναντι στους παγκόσμιους ανταγωνιστές, αλλά κυρίως απέναντι στους λαούς, τα δικαιώματα και τις κατακτήσεις τους.

Η παραμονή μας στο στρατόπεδο του Ευρώ, ναρκοθετεί τη δυνατότητα διαμόρφωσης συνθηκών που θα μπορέσουν να βελτιώσουν τη ζωή των εργαζομένων και τη δυνατότητα ανατροπών στην οικονομία και την πολιτική. Παράλληλα, η πρόσδεση της χώρας στα Αμερικανονατοϊκά συμφέροντα, η μετατροπή της σε ορμητήριο πολεμικών εξορμήσεων των ιμπεριαλιστών, καθώς και η διαμόρφωση επιθετικών συμμαχιών στην περιοχή με «δόλωμα» την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων, συνθέτουν ένα εύθραυστο μίγμα, που στο έδαφος της ενίσχυσης του εθνικισμού, μπορεί να πυροδοτήσει πολεμικές εξελίξεις. Το μέτωπο για την αποτροπή του πολέμου είναι εκείνο το πεδίο της αντιπαράθεσης με το μαύρο μέτωπο του ιμπεριαλισμού, του εθνικισμού και της πατριδοκαπηλίας, που στην ενότητά του με τον αγώνα για αλλαγή των όρων και των συνθηκών

ζωής μπορεί να διεκδικήσει τη συνολική αμφισβήτηση της στρατηγικής του ελληνικού κεφαλαίου που εξυπηρετεί η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Η τυχοδιωκτική ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ περί της δήθεν εξόδου από τα μνημόνια «βουλιάζει» στην πραγματικότητα που διαμορφώνεται από την εξαντλητική λιτότητα, την αύξηση της φορολόγησης, την συρρίκνωση όλων των κοινωνικών δομών και δραστηριοτήτων του κράτους, τις ιδιωτικοποιήσεις, την επέκταση ελαστικών μορφών εργασίας και την εκποίηση του δημόσιου πλούτου.

Το υπο κατάρρευση πολιτικό σύστημα που υπηρετήθηκε με συνέπεια από ΝΔ και ΠΑΣΟΚ σε όλες του τις φάσεις μετά τη μεταπολίτευση, έρχεται να σταθεροποιήσει και να αναδιατάξει για την εξυπηρέτηση του νέου μνημονιακού καθεστώτος ο ΣΥΡΙΖΑ, με βασικό υλικό τα εναπομείναντα συντρίμμια του. Στην Αριστερά εξακολουθούν και μετά την «απόδραση» ΣΥΡΙΖΑ, να είναι ορατές δύο βασικές γραμμές. Από την μία η τάση καθολικής χειραφέτησης από την αστική πολιτική και την επαναδιατύπωση των υποκειμενικών όρων για την ανατροπή του καπιταλισμού και από την άλλη η κυρίαρχη τάση προσαρμογής στο πολιτικό σύστημα, ώς δύναμη «υποδοχής» και αφομοίωσης της κοινωνικής διαμαρτυρίας, φοβικής στα αυθόρμητα ξεσπάσματα και αναβλητικής με τις κοινωνικές συγκρούσεις. Βρισκόμαστε σε εκείνη την πλευρά της που καλείται να χαράξει μία πολιτική που θα συμβάλει με μαζικούς όρους στην αποσταθεροποίηση της εξουσίας του κεφαλαίου.

“Για να εδραιώσει μέσα από την ενότητα στη δράση της τον αντικαθεστωτικό και αντιδιαχειριστικό της ρόλο, να επικαιροποιήσει τη δυνατότητα ανατροπής της πολιτικής της φτώχειας και της εξαθλίωσης και να επαναδιατυπώσει με σύγχρονους όρους το στόχο και την αναγκαιότητα της κοινωνικής ανατροπής.”

Μέσα από αυτή τη διαδικασία μπορεί η νέα γενιά να ξαναπροσεγγίσει με μαζικούς όρους το όραμα της κοινωνικής ανατροπής τόσο γιατί δεν έχει γνωρίσει καμία περίοδο που να μην κυριαρχεί η εκτεταμένη λιτότητα, η ανεργία, η ελαστική εργασία και η χειροτέρευση των όρων ζωής της, αλλά και επειδή μπαίνει στην αγορά εργασίας αντιμετωπίζοντας εξαρχής τις συνέπειες της εφαρμογής της επίθεσης, συγκροτώντας εκείνο το κομμάτι της κοινωνίας στο οποίο αποτυπώνονται εκτεταμένα οι νέες μορφές εκμετάλλευσης. Η δική μας προσέγγιση στο επίπεδο που μας αναλογεί, είναι η πρόταση της σύγκρουσης και του καθολικού αγώνα της νέας γενιάς, απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα. Για να μην γίνει η παραίτηση, η απογοήτευση και ο συμβιβασμός, μονόδρομος και τρόπος επιβίωσης που θα υποχρεώνει την τεράστια πλειοψηφία της στην ακύρωση των ελπίδων και των προσδοκιών της, την αναβολή των επιθυμιών και των στόχων της.

Θεωρούμε ότι το επίπεδο των τοπικών κοινωνιών είναι ένα πεδίο ταξικής αντιπαράθεσης με τη δική του αυτοτέλεια, αλλά και σε διαλεκτική σχέση με τα κεντρικά επίδικα. Στο πεδίο της κατοικίας, της εργασίας, της μόρφωσης, του πολιτισμού, της διασκέδασης, του αθλητισμού και της επικοινωνίας, εκφράζονται όλα τα στοιχεία που καθορίζουν το σύνολο της ζωής και της δραστηριότητας σε πόλεις εχθρικές στην ανθρώπινη φύση, που ενισχύουν την αποξένωση, τον ατομισμό και την αλλοτρίωση ανάμεσα στους ανθρώπους και στη σχέση τους με το φυσικό περιβάλλον. Η εκμετάλλευση της ανθρώπινης δραστηριότητας και η μετατροπή της σε κέρδος για το κεφάλαιο έχει το δικό της μερίδιο στο τοπικό πεδίο. Διαμορφώνει σχέσεις και συμφέροντα που καλούμαστε να αναδείξουμε, να αποκαλύψουμε και να αντιπαρατεθούμε σε αυτά με όρους και μορφές κινήματος. Οι αντιθέσεις που αναβλύζουν από την καθημερινότητα στην πόλη είναι βαθιά ταξικές και αποτυπώνουν με μεγαλύτερη ευκρίνεια την αγριότητα του συστήματος που επιβάλλει «οι δούλοι πρέπει να `ν’ πολλοί κι αφέντες λίγοι».

H «τοπική αυτοδιοίκηση» όπως συνηθίσαμε να αποκαλούμε τις τοπικές διοικήσεις του κεντρικού κράτους, βρίσκεται στο κέντρο των αναδιαρθρώσεων που είναι σε εξέλιξη με οδηγό τις μνημονιακές δεσμεύσεις. Η κεντρική ιδέα αυτής της διαδικασίας υπηρετείται από όλους τους τελευταίους νόμους, «Καλλικράτη» και «Κλεισθένη» που θέσπισαν ΠΑΣΟΚ-Ν.Δ & ΣΥΡΙΖΑ. Eίναι ο μεγαλύτερος έλεγχος από το κεντρικό κράτος σε όλα τα επίπεδα (οικονομικό, διοικητικό, θεσμικό) και ο περιορισμός της χρηματοδότησης από τον κρατικό προϋπολογισμό. Οι πολιτικές των «υγιών» προϋπολογισμών, των ισοσκελισμένων δεικτών και της «ορθολογικής διαχείρισης» που επιβάλλουν οι μνημονιακοί νόμοι, λειτουργούν σε βάρος του κοινωνικού χαρακτήρα που επιβάλλεται να έχουν οι Δήμοι. Σημαίνει ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια στη λειτουργία, ανταποδοτικοί όροι στις παρεχόμενες υπηρεσίες και επιχειρηματική αντίληψη στον τρόπο διοίκησης και διαχείρισης. Οι ιδιωτικοποιήσεις των δημόσιων υποδομών και δικτύων, η επιβολή της ανταποδοτικότητας σε υπηρεσίες και κοινωνικές δομές και η αύξηση των φόρων και τελών, απαξίωσαν ακόμη περισσότερο την ποιότητα ζωής της εργατικής και λαϊκής οικογένειας. Η Ε.Ε «κρατά τα κλειδιά», ορίζει τους κανόνες και καθορίζει τις προτεραιότητες ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών μέσω των χρηματοδοτήσεων του ΕΣΠΑ. Διεκδικούμε την ανατροπή αυτού του μοντέλου ώς αναγκαία προϋπόθεση για την αποσταθεροποίησης του εδραιωμένου ευρωμηχανισμού διαχείρισης της φτώχειας και αναδεικνύουμε τον αγώνα για την απόσπαση πόρων από εξοπλισμούς, φοροαπαλλαγές του κεφαλαίου και χρηματοδοτήσεις που ενισχύουν την καπιταλιστική κερδοφορία και ανάπτυξη. Διεκδικούμε τη διαγραφή του χρέους και συνεισφέρουμε με τις δικές μας δυνάμεις στο μέτωπο και την πάλη για την αποδέσμευσης απο την Ε.Ε. Το μοντέλο της ελεγχόμενης συγχρηματοδότησης μέσω ΕΣΠΑ και άλλων ευρωπαϊκών ταμείων, υπηρετείται καθολικά και με θρησκευτική ευλάβεια από όλα τα κόμματα στους δήμους που ελέγχουν. Αυτός ο τρόπος λειτουργίας των δήμων, διαλύει τις όποιες αυταπάτες για φιλολαϊκή ή «αριστερή» διαχείριση, εφόσον δεν αμφισβητείται ο μηχανισμός που τροφοδοτείται με κέντρο την αξιολόγηση και τις προτεραιότητες των Βρυξελλών και δεν διεκδικεί ένα πλαίσιο μόνιμης, σταθερής και επαρκούς χρηματοδότησης από εγχώριες πηγές. Κρίσιμες δομές και υπηρεσίες των Δήμων, λειτουργούν στη βάση απάνθρωπων εργασιακών σχέσεων και αμοιβών, με απαράδεκτες συμβάσεις και συνθήκες εργασίας, επικίνδυνες πολλές φορές για τη ζωή, την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων σε αυτές. Συμβάσεις ορισμένου χρόνου, προσλήψεις μέσω προγραμμάτων, ελαστικές σχέσεις εργασίας, ωρομίσθια, ολιγόμηνες συμβάσεις με σπασμένα δικαιώματα και σχέσεις ομηρείας από τις εκάστοτε διοικήσεις. Η πλειοψηφία των υπηρεσιών στις δομές των δήμων στελεχώνεται πλέον αποκλειστικά με τέτοιου είδους συμβάσεις.

Είναι σημαντικό να ανατραπεί αυτό το καθεστώς. Προβάλλουμε και ενισχύσουμε τη διεκδίκηση από το τοπικό εργατικό κίνημα, τα σωματεία και απέναντι στη δημοτική αρχή τα αιτήματα:

• Για νέες θέσεις εργασίας με μόνιμη δουλειά και αξιοπρεπείς μισθούς, χωρίς καμία απόλυση συμβασιούχων, απέναντι στην υπακοή και την πειθάρχηση στους μνημονιακούς νόμους που επικαλούνται Δήμαρχοι και υποταγμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες.

• Τον αγώνα ενάντια στους δήμους-φορομπήχτες με το δημότη-πελάτη και τη λειτουργία τους με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, χωρίς ανταποδοτικότητα στη παροχή υπηρεσιών.

• Την πάλη για πλήρεις, αξιοπρεπείς και δωρεάν κοινωνικές υπηρεσίες πρόνοιας (κέντρα υγείας, εκπαίδευσης, παιδικούς σταθμούς κλπ) με αύξηση των δαπανών.

• Την αναβάθμιση στην κοινωνική φροντίδα και προστασία για τις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού και για όσους την έχουν ανάγκη.

• Την κατάργηση των προγραμμάτων ΟΑΕΔ – ΕΣΠΑ και κάθε μορφής ελαστικής εργασίας και τον αγώνα για μόνιμη και σταθερή δουλειά.

Η τοπική εξουσία και τα χαρακτηριστικά των αρχόντων της διαμορφώνονται με τρόπο αντίστοιχο με αυτόν της κεντρικής εξουσίας.

Εξυπηρετήσεις, διευθετήσεις, διευκολύνσεις και συναλλαγές με μικρούς και μεγάλους επιχειρηματίες είναι φαινόμενα που εδραιώνουν την εξουσία τους και την αναπαράγουν, διαμορφώνουν συμφέροντα και ομαδοποιήσεις που οι πολίτες καλούνται να αποδεχτούν, να στοιχηθούν πίσω από αυτές και να τις επικυρώσουν εκλογικά. Τα φαινόμενα της «απευθείας ανάθεσης» της διοίκησης των δήμων σε φορείς του κεφαλαίου όπως σε Πειραιά, Βόλο κτλ , όπως και αντίστοιχα η απροκάλυπτη παρέμβαση από επιχειρηματίες σε άλλους, αυτό ακριβώς τεκμηριώνουν. Ταυτόχρονα αποδεικνύουν και το ενδιαφέρον που έχουν τα ιδιωτικά συμφέροντα για να χειραγωγήσουν τις τοπικές κοινωνίες για λογαριασμό τους. Το εγχείρημα της «αριστερής διακυβέρνησης» που επιχειρήθηκε και στην πόλη μας, αποκάλυψε την αντίφαση ανάμεσα στις προθέσεις και τα όρια που διαγράφονται από την αδυναμία αμφισβήτησης του πλαισίου θεσμών και λειτουργίας, την ταύτιση με την κυβερνητική πολιτική και την ενσωμάτωση στο κυρίαρχο κυβερνητικό αφήγημα. Η δική μας Αριστερά στις τοπικές κοινωνίες βρίσκεται στην απέναντι όχθη από την αντίληψη που επιχειρείται να εδραιωθεί, ότι είναι δύναμη «ηθικής» και «νοικοκυροσύνης», που δεν χρειάζεται να αμφισβητήσει της κυρίαρχες επιλογές και να συγκρουστεί με το ισχύον πλαίσιο για να είναι χρήσιμη και αποτελεσματική στην κοινωνική πλειοψηφία. Καμία δημοτική αρχή στην πόλη, δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις ανάγκες των δημοτών εφόσον κατεβάζει τον πήχη της αξιολόγησης του έργου της στο επίπεδο εκείνο, όπου «ισοπεδώνεται», στη κοινή συνισταμένη των λεγόμενων «επιτυχημένων» δήμων, ανεξαρτήτου πολιτικής προέλευσης, με μέτρο την αντιμετώπιση των «ακραίων κοινωνικών φαινομένων», χωρίς προσανατολισμό και με περιορισμένη διάρκεια, εάν υποτάσσεται στο κυρίαρχο θεσμικό πλαίσιο, δεν διεκδικεί μεγαλύτερη χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό, δεν απαιτεί μείωση των δημοτικών τελών για μισθωτούς, άνεργους και χαμηλοσυνταξιούχους και δεν κατοχυρώνει ένα δίχτυ προστασίας σε οφειλέτες τραπεζών και ΔΕΚΟ, εάν επιλέγει να στηρίζεται στο πολιτικό αλισβερίσι ανάμεσα σε υπουργεία, κυβέρνηση και περιφέρεια για έργα και χρηματοδοτήσεις με αντάλλαγμα την εκλογική υπεραξία στον εκλογικό χάρτη του κόμματος που την στηρίζει, Στη διαδικασία διαμόρφωση ενός Αριστερού-Ανατρεπτικού λόγου και αγωνιστικής πρότασης, με γνώμονα τη δυνατότητα προσέγγισης με ευρύτερους κοινωνικούς και πολιτικούς προβληματισμούς και προσεγγίσεις, θα επιχειρήσουμε να διαμορφώσουμε για τα τοπικά προβλήματα, έναν Πόλο ανάπτυξης κινημάτων Απειθαρχίας και Ανυπακοής όλων των ενεργών συλλογικοτήτων της περιοχής που κινούνται σε αντιδιαχειριστική, ριζοσπαστική και ανατρεπτική τροχιά. Η ευρύτερη περιοχή του Πειραιά το επόμενο διάστημα, θα βρεθεί στο κέντρο σημαντικών αλλαγών στη μορφή, τις προτεραιότητες και του ρόλου της στην ανάπτυξη της χώρας. Με κέντρο το λιμάνι και τα καινούργια αφεντικά του, δρομολογούνται μιά σειρά παρεμβάσεις με άμεσο και έμμεσο κόστος στην καθημερινότητα των κατοίκων, στο περιβάλλον και στις εργασιακές σχέσεις, για τις οποίες χρειάζεται να διαμορφωθεί ένα αντίστοιχο των απαιτήσεων αγωνιστικό σχέδιο και δράση.

Ταυτόχρονα η πόλη χτυπιέται ανελέητα από την κρίση. Δεν το μαρτυρούν μονάχα τα κλειστά μαγαζιά και οι έρημες βιομηχανικές περιοχές της. Το μαρτυρούν οι ουρές στον τοπικό ΟΑΕΔ, ο άνεργος γείτονας που ξυπνάει από τα αξημέρωτα για να «πουλήσει την απελπισία» του στο «παζάρι» της Ν/Ε Ζώνης στο Πέραμα ή στην ψαρόσκαλα, οι νέοι άνθρωποι που αναζητούν ελπίδα σε δουλειές του ποδαριού, ανασφάλιστοι και με το μεροκάματο χαρτζιλίκι και οι εκατοντάδες που οδηγήθηκαν στη μετανάστευση για ένα καλύτερο μέλλον. Σε αυτό το περιβάλλον οφείλουμε να παρέμβουμε για να σπάσουμε το τείχος της υποταγής που ορθώνουν όλες οι εξουσίες. Οφείλουμε να δείξουμε ότι μόνο ο δρόμος του συλλογικού αγώνα, της σύγκρουσης και της ανατροπής της κυρίαρχης πολιτικής μπορεί να δημιουργήσει ελπίδα με διάρκεια και ουσία. Στην πόλη μας λόγω της θέσης και των δραστηριοτήτων που αναπτύσσονται σε αυτήν, το μέτωπο της υπεράσπισης των λαϊκών αναγκών για καθαρό περιβάλλον και ελεύθερους χώρους για διασκέδαση, αθλητισμό και αναψυχή, απέναντι στην πραγματικότητα που επιβάλλουν τα

επιχειρηματικά συμφέροντα και οι οικονομικές τους δραστηριότητες, ιεραρχούν τη δράση μας και καθορίζουν τα χαρακτηριστικά της συλλογικότητάς μας. Η παρουσία, οι επεξεργασίες και η δράση μας, φιλοδοξούμε να ανατρέψει την εδραιωμένη πεποίθηση σε μεγάλη μερίδα των δημοτών, ότι οι καθαροί δρόμοι, το κουρεμένο γρασίδι και τα ασβεστωμένα πεζοδρόμια είναι αρκετά για να αξιολογήσουν το έργο της όποιας δημοτικής αρχής. Θέλουμε να αναδείξουμε τις πραγματικές ανάγκες των δημοτών που υπερβαίνουν το κυρίαρχο θεσμικό πλαίσιο και καταρρίπτουν την αυταπάτη ότι η ζωή μπορεί να αλλάξει ή και να βελτιωθεί αναθέτοντας τις λύσεις, χωρίς συγκρούσεις, ανατροπές, αγώνες και διεκδικήσεις. Ενισχύουμε τη δυνατότητα ανάπτυξης κινημάτων με τη διαμόρφωση ενός πλαισίου αιτημάτων και στόχων που μαζί με άλλες ενεργές συλλογικότητες της πόλης θα θέσουμε στην τοπική κοινωνία. Το πλαίσιο αυτού του σχεδίου αφορά:

• στα Λιπάσματα και την αξιοποίηση της παράκτιας ζώνης για χρήσεις πολιτισμού, αθλητισμού, αναψυχής και δημιουργίας, απέναντι στις επιδιώξεις παράδοσης της ευρύτερης περιοχής του Πειραιά, στον επιχειρηματικό σχεδιασμό της COSCO, διατηρώντας και αναβαθμίζοντας στις νέες συνθήκες το αίτημα της επανάκτησης του ΟΛΠ, με πλαίσιο και λειτουργία προς το συμφέρον των εργαζομένων και για τις ανάγκες της πόλης, με εντελώς άλλες προτεραιότητες από αυτές του κέρδους και της ανταγωνιστικότητας που κυριαρχούν στο σημερινό κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο.

• στο οριστικό κλείσιμο της ΔΕΗ και την αξιοποίηση του χώρου ώς σύμβολο αγώνα και αντίστασης του λαού στους κατοχικούς κατακτητές,

• την οριστική αποδέσμευση και τον αποχαρακτηρισμό εκτάσεων και περιοχών από το ΤΑΙΠΕΔ,

• στην κατάργηση του άρθρου 70 του μεσοπρόθεσμου που μονιμοποιεί τις ρυπογόνες εγκαταστάσεις (OIL-ONE/LAFARGE)στην ευρύτερη περιοχή σε Κερατσίνι-Δραπετσώνα και Πέραμα και συνεπώς την άμεση και οριστική απομάκρυνσή τους με διασφάλιση των θέσεων εργασίας σε αυτές,

• την αναδάσωση και αξιοποίηση του ορεινού όγκου της πόλης χωρίς σπόνσορες και χορηγούς και το άμεσο σταμάτημα επέκτασής του οικοδομικού ιστού,

• τον σχεδιασμό και την υλοποίηση αντιπλημμυρικών υποδομών στην πόλη

• την απαλλοτρίωση, χωρίς αποζημίωση ελεύθερων χώρων για πράσινο,

• τη διαμόρφωση των εγκαταλελειμμένων κτιρίων για στέγαση όσων το έχουν ανάγκη,

• την απόδοση των πεζοδρομίων στους πεζούς και στα ΑΜΕΑ, το σεβασμό στην απρόσκοπτη κυκλοφορία των ανθρώπων στην πόλη,

• την ενίσχυση και δημιουργία μόνιμων δομών αναψυχής και πολιτιστικής δημιουργίας για τη νεολαία,

• τη διεκδίκηση θεσμών άμεσης δημοκρατίας, απολογισμού και προγραμματισμού του δημοτικού έργου με δεσμευτικό χαρακτήρα

• την υπεράσπιση των δικαιωμάτων προσφύγων και μεταναστών, την κατάργηση των στρατοπέδων συγκέντρωσης και της ενσωμάτωσής τους στην κοινωνική και οικονομική ζωή της πόλης. Αυτά, είναι πεδία αντιπαράθεσης, που καθορίζουν το μέλλον της πόλης και των κατοίκων της και προσδιορίζουν τη στάση μας απέναντι σε κάθε δημοτική παράταξη και αρχή. Η προσπάθειά μας έρχεται να πλουτίσει τον γαλαξία αντίστοιχων εγχειρημάτων σε πανελλαδικό επίπεδο. Αντλεί εμπειρία απο τοπικά σχήματα σε δήμους και περιφέρειες που αντιλαμβάνονται τη δράση και τη φυσιογνωμία τους, έξω και ενάντια στη λογική της αστικής διαχείρισης, σε αντιπαράθεση με τις πολιτικές της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Με αυτές τις συλλογικότητες και τα τοπικά σχήματα που δρουν και παρεμβαίνουν σε ολόκληρη τη χώρα, φιλοδοξούμε να συγκροτήσουμε ένα σταθερό, δραστήριο και μαζικό ρεύμα με διακριτά και μόνιμα χαρακτηριστικά που θα συγκρούεται με τις λογικές του ευρωμονόδρομου, θα υπερασπίζεται τα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα, ενάντια στην καταστολή και τον αυταρχισμό, απέναντι στον πόλεμο, τον φασισμό και τον εθνικισμό, για τα δικαιώματα προσφύγων και μεταναστών.

Παράλληλα όμως δεν μας αφήνει αδιάφορους, ούτε στεκόμαστε υποκριτικά δήθεν ουδέτεροι, απέναντι στο ζήτημα του ποιος κυβερνά και ποιος έχει την εξουσία. Κατανοούμε την αναγκαιότητα της ανατροπής του καπιταλισμού ώς αναγκαία και δυνατή προϋπόθεση για να κατακτήσει η κοινωνική πλειοψηφία τη θέση, τη ζωή και την εξουσία που της αξίζει. Σεβόμαστε όμως τόσο τη διαφορετικότητα που μπορεί να προσεγγίζει καθένας αυτή τη διαδικασία, όσο και την πρόθεση όποιου αγωνιστή επιθυμεί να δράσει μέσα από τη συλλογικότητά μας για τους στόχους και τα αιτήματα μέσα στο πλαίσιο και τα χαρακτηριστικά που ορίζονται από την αγωνιστική τοποθέτηση και τη ριζοσπαστική δράση που από κοινού διαμορφώνουμε. Παλεύουμε για να φέρουμε στο προσκήνιο τις δυνάμεις της κοινωνικής πλειοψηφίας, αρνούμενοι την υποταγή στην αστική κανονικότητα, διεκδικώντας με μοναδικό και αποκλειστικό κριτήριο τις λαϊκές ανάγκες, ενάντια στους νόμους της αγοράς, τους οικονομικούς δείκτες και τον ρεαλισμό της καθήλωσης και της αναβολής. Παλεύουμε και προτείνουμε στις σύγχρονες συνθήκες, πρωτοπόρα αιτήματα και θεσμούς, με ρίζες από την λαϊκή αυτοδιοίκηση της απελευθερωμένης Ελλάδας. Θεσμούς που ενεργοποιούν τη συμμετοχή στα κοινά, ανατρέπουν την παγιωμένη πεποίθηση της ανάθεσης, αμφισβητούν το μονοπώλιο της εξουσίας σε όποιους και για όσο την ασκούν. Επιτροπές αγώνα και συνελεύσεις γειτονιάς, συμβούλια συνοικίας, πολιτιστικές, θεματικές και συλλογικότητες αλληλεγγύης, αυτοοργανωμένης δράσης και δημιουργίας, που επιχειρούν να «διαρρήξουν» το καθεστώς της οικιστικής απομόνωσης, να διεκδικήσουν αυτοτελή και ανεξάρτητο λόγο και ρόλο στα κοινά με θέση και δέσμευση στην εφαρμογή της πολιτικής στην πόλης. Είναι κοινωνικές συσπειρώσεις που ενθαρρύνουμε τη δημιουργία τους, θα επιδιώξουμε να αποκτήσουν μόνιμο και σταθερό ρόλο στην καθημερινότητά της, συνιστούν συστατικό στοιχείο του πόλου αγώνα, απειθαρχίας και ανυπακοής και διαμορφώνουν τα έμβρυα της κοινωνίας που οραματιζόμαστε.

Δυναμικό υπόδειγμα φιλοδοξούμε να αποτελέσει η συγκρότηση και η λειτουργία της Παρέμβασής μας. Θεωρούμε τις έννοιες της συμμετοχής, του ελέγχου, της ανακλητότητας και της εναλλαγής, αρχές που δομούν στην εσωτερική της λειτουργία, την ουσία της δημοκρατίας που οραματιζόμαστε και πρέπει να χαρακτηρίζουν το σύνολο της κοινωνίας κάθετα και οριζόντια.

• Στη βάση αυτής της αντίληψης και με πυρήνα την ολομέλεια των μελών της, συγκροτούμε και τη δική μας συλλογικότητα, επιχειρώντας να αναιρέσουμε στην πράξη το καθεστώς που θέλει τις τοπικές κινήσεις, στρατούς επίδοξων στρατηγών και όλα να ελέγχονται από μηχανισμούς και λειτουργίες έξω και πάνω από την εσωτερική τους ζωή και τις διαδικασίες της.

• Αμφισβητούμε την κυριαρχία του «ενός ανδρός αρχής», όχι για τα μάτια του κόσμου, ούτε ώς ένδειξη νεοτερισμού. Η αντίληψη του «επικεφαλής» που ορίζεται θεσμικά, δεν ανταποκρίνεται στη λογική μας και δεν αποτυπώνει την ουσία των σχέσεων που επιθυμούμε να εδραιώσουμε στον τρόπο λειτουργίας μας.

• Η ανάδειξη εκπροσώπων μας σε οποιονδήποτε θεσμικό ρόλο είναι αποτέλεσμα ανοιχτής και συλλογικής διαδικασίας. Δεν έχει χαρακτηριστικά «χρησικτησίας» ή μονιμότητας και δεν είναι προσωποπαγής. Ο «επικεφαλής», ορίζεται κάθε φορά ή και όποτε η συλλογικότητα το κρίνει απαραίτητο από τις συνελεύσεις της, με ορισμό στη διάρκεια και έλεγχο για τον τρόπο και το περιεχόμενο της εκπροσώπησης στα θεσμικά όργανα.

• Διεκδικούμε την έννοια της ουσιαστικής ανεξαρτησίας από την πολιτική και ιδεολογική κυριαρχία του αντιπάλου, από επιχειρηματικά και οικονομικά συμφέροντα, αλλά και από την διαπλοκή τους με τους τοπικούς φορείς και τα κόμματά τους.

• Οικοδομούμε μία σχέση αλληλοσεβασμού, συντροφικής αλληλεγγύης και αγωνιστικής συμπόρευσης, με κόμματα και οργανώσεις που συμπίπτουμε αξιακά και προγραμματικά. Αρνούμαστε όμως να καταθέσουμε την αυτοτέλεια της συλλογικότητάς μας σε οποιονδήποτε σχεδιασμό, που ορίστηκε έξω και πάνω από τις εσωτερικές της διαδικασίες.

Η Παρέμβασή μας έρχεται να ενισχύσει το μέτωπο ενάντια στο φασισμό, το ρατσισμό και την ξενοφοβία με όποιο τρόπο και απ’ όπου κι αν εκφράζεται. Σε μία περιοχή όπου ο φασισμός καραδοκεί να «θερίσει» προς το συμφέρον του και για λογαριασμό των αφεντικών του, τις θύελλες της καπιταλιστικής κρίσης, η Αριστερά δεν μπορεί να είναι ταυτισμένη με την εξουσία και τη διαχείρισή της, ούτε στο κεντρικό πολιτικό πεδίο, αλλά ούτε και στο τοπικό. Η πάλη ενάντια στο φασισμό δεν είναι μόνο η αυτονόητη καταγγελία των εγκλημάτων του, αλλά κυρίως η αποκάλυψη της χυδαιότητας και του τυχοδιωκτισμού που τον χαρακτηρίζει, η εχθρότητα σε οτιδήποτε απελευθερωτικό και η λατρεία του στην καταπίεση, τον αυταρχισμό και την υποδούλωση της κοινωνίας. Λειτουργεί και στρέφεται ενάντια στην πάλη των λαών για κοινωνική απελευθέρωση και μόνο ώς τρομοκράτης απέναντι στο εργατικό κίνημα, για λογαριασμό των κυρίαρχων του χρήματος και τη σταθερότητα της αστικής κυριαρχίας. Η πάλη ενάντια στο ναζισμό, το ρατσισμό και την ξενοφοβία, είναι ουσιαστικό στοιχείο της φυσιογνωμίας της προσπάθειάς μας. Διαπερνά το σύνολο των δράσεων και των πρωτοβουλιών μας, όχι ώς «πλυντήριο της αστικής πολιτικής, αλλά ώς συστατικό στοιχείο της ριζοσπαστικής, ανεξάρτητης αντικαπιταλιστικής δράση που με αφετηρία και κριτήριο τις λαϊκές ανάγκες στέκεται απέναντι στο τέρας του ναζισμού που απειλεί να βγει στο προσκήνιο διεκδικώντας κυρίαρχο ρόλο και θέση στο δημόσιο λόγο. Αυτό το καθήκον δεν είναι μόνο υπόσχεση που δίνουμε επειδή ζούμε και περπατάμε στην πόλη που δολοφονήθηκε ο Παύλος Φύσσας, αλλά επειδή πιστεύουμε βαθιά ότι μόνο έτσι θα καταφέρουμε να στείλουμε μια για πάντα τα ζόμπι του φασισμού στο μέρος που τους ταιριάζει. Στο σκοτάδι της λήθης και της ντροπής.